Menu

Joan Miro ( 1893-1983 )

 

Στο κέντρο της παλιάς πόλης της Βαρκελώνης στην συνοικία Πασάχε ντελ Κρέντιτο γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1893 ο JoanMiro. Από εύπορη οικογένεια αφού ο πατέρας του Μικέλ Μιρό Αντθίριας ήταν χρυσοχόος και η μητέρα του Ντολόρες Φέρρα κόρη πλούσιου επιπλοποιού από την Πάλμα της Μαγιόρκα. Πηγαίνοντας στο σχολείο το 1900 δείχνει αμέσως την κλίση του προς τη ζωγραφική κάνοντας τα πρώτα του σκίτσα. Μεγαλώνοντας  άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα σχεδίου στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης, κοντά στους Μοντέστο Ουρχέλ και Χοσέ Πάσκο, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, ο οποίος έβλεπε στο πρόσωπο του γιού του έναν συνεχιστή της τέχνης του και του επαγγέλματός του. Παρ΄ όλα αυτά ο Miro θα κάνει φιλότιμες προσπάθειες να ασχοληθεί με το εμπόριο του πατέρα του, παραμερίζοντας την ζωγραφική  αλλά  μια σοβαρή αρρώστια το 1911 στέκεται καθοριστική για το μέλλον του.

 

Είναι αναγκασμένος να σταματήσει τη δουλειά και να αποσυρθεί στην εξοχή για ανάρρωση. Εκεί κοντά στη φύση και τους απλούς ανθρώπους μακριά από τα κλειστά επίπεδα της πόλης ο Miro μαθαίνει να βλέπει και να παρατηρεί, κατακλύζεται από τη ζωογόνο δύναμη των στοιχείων της φύσης που τον κάνουν να πάρει τις αποφάσεις του για το ποια τέχνη θα τον κερδίσει ολοκληρωτικά.

 

Μετά την ανάρρωσή του επιστρέφει στη Βαρκελώνη το 1912 και γράφεται στη Σχολή Καλών Τεχνών του ζωγράφου Φρανθίσκο Γκαλί ο οποίος έχοντας πρωτοποριακές ιδέες για την ζωγραφική θα βοηθήσει τον Miro να αναπτύξει δική του προσωπική αίσθηση της φόρμας και των χρωμάτων. Μεσολαβεί ο 1ος Παγκόσμιος πόλεμος κατά τη διάρκεια του οποίου ο Miro συνεχίζει να ζωγραφίζει με έντονους ρυθμούς και η παραγωγή του είναι μεγάλη. Δουλειά του, αυτής της περιόδου, θα παρουσιαστεί το 1918 στην ατομική του έκθεση στη γκαλερί Νταλμάου της Βαρκελώνης όπου εκθέτει κυρίως τοπία και προσωπογραφίες με κύριο χαρακτηριστικό τους τις αδρές γραμμές στα περιγράμματα και τα έντονα χρώματα. Βρισκόμαστε στα 1919 όταν ο Miro κάνει το πρώτο του ταξίδι στο Παρίσι για μια ατομική έκθεση η οποία όμως δεν έχει επιτυχία ούτε του αποφέρει χρήματα γεγονός που τον αναγκάζει να επιστρέψει στη Βαρκελώνη και από τότε για μερικά χρόνια να μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στις δυο αγαπημένες του πόλεις.

 

Στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού ο Miro γνωρίζεται με τον Πικάσσο, τον Ρεβερντύ και τον Μαξ Ζακόμπ, συμμετέχει στις πρώτες εκδηλώσεις Dada μαζί με τον TristanTzara , ενθουσιάζεται από τις νέες θεωρίες των Σουρεαλιστών Μπρετόν, Αραγκόν  και Ελυάρ  και προσπαθεί να περάσει μέσα στα έργα του τις νέες ιδέες, αποκτώντας μια τεχνοτροπία που ακροβατεί ανάμεσα στο Dada  και τον Σουρεαλισμό.

 

Το 1921 αρχίζει να ζωγραφίζει ένα από τα μεγαλύτερά του έργα < Το αγρόκτημα > που η ολοκλήρωσή του θα απαιτήσει δυο χρόνια, ένας πίνακας που θα καταλήξει στα χέρια του Έρνεστ Χεμινγουαίη και θα γίνει ο αγαπημένος του. Μέσα σ΄ αυτόν τον πίνακα φαίνεται η άμεση επαφή που είχε ο Miro με τη γη και τους ανθρώπούς της, φαίνονται οι μεταβολές που έρχονται στη φύση με το πέρασμα των εποχών, η βροχή ,ο ήλιος, ο άνεμος , τα δέντρα, τα χωράφια, τα ρυτιδιασμένα πρόσωπα των χωρικών αλλά και η εισβολή του φανταστικού στοιχείου. Όπως έλεγε καταφέρνω να ξεφεύγω στο απόλυτο της φύσης και τα τοπία μου δεν έχουν καμία σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα. Οι πίνακές μου, θέλω να μοιάζουν με σπινθήρες, να θαμπώνουν όπως η ομορφιά μιας γυναίκας η ένα ποίημα.

 

Ακολούθησε μια σειρά από πίνακες  <<Η γυναίκα του κτηματία>>, <<Το καρναβάλι του Αρλεκίνου>>, <<Το οργωμένο χωράφι>>, <<Ο διάλογος των εντόμων>>  που θα τον κάνουν επιτέλους γνωστό στο πλατύ κοινό. Η αναγνώριση αυτή θα δράσει καταλυτικά στον Miro που απαλλαγμένος πια από τα προβλήματα επιβίωσης θα ασχοληθεί με τις εσωτερικές του συγκρούσεις για την αναγνώριση του ρόλου των ονείρων και του υποσυνείδητου στην ζωγραφική, νέες θεωρίες που θα εκφραστούν σε μια σειρά έργων με τίτλο << Ονειρικοί πίνακες >>, που εκτίθενται το 1925 στην γκαλερί Πιέρ και οπωσδήποτε σοκάρουν το κοινό, αυτά τα σύμβολα και τα σχήματα μετέωρα σε μεγάλες επιφάνειες, πάντα με έντονα χρώματα και με μια δυναμική που ξαφνιάζει.

 

Τα λόγια του Miro,  η ακινησία με κάνει να σκέπτομαι τεράστιους χώρους, που μέσα τους γίνονται κινήσεις που δεν σταματούν ποτέ, κινήσεις που δεν έχουν τέλος δείχνουν την αγωνία που είχε να απαλλάξει την ζωγραφική του από τα επιφανειακά στοιχεία και να τα αντικαταστήσει με ονειρικά. Η θέση του είναι πια ανάμεσα στους Σουρεαλιστές ζωγράφους Μαξ Ερνστ, Χανς Αρπ, Υβ Ταγκύ που αμφισβητούσαν την τέχνη τους και δεν την θεωρούσαν σαν τελικό σκοπό λέγοντας ότι αν η  ζωγραφική δεν μπορούσε να εκφράσει την ένταση του πνεύματος, ήταν ανάξια του προορισμού της και έπρεπε να γελοιοποιηθεί και να καταστραφεί.

 

Από το 1929 μέχρι το 1933 ο Miro ζωγραφίζει , κάνει τις πρώτες του λιθογραφίες, τα πρώτα του χαρακτικά, εκθέτει για πρώτη φορά στην Αμερική στη γκαλερί Valentin, συνεχίζει να εκθέτει στη γκαλερί Πιέρ, παίρνει μέρος με τους Σουρεαλιστές στην έκθεση του Σαλόν των Υπερανεξάρτητων και εκθέτει στην γκαλερί Ζωρζ Μπενχάιμ μια σειρά από μεγάλους πίνακες.

 

Το 1934 αρχίζει μια νέα εποχή στην ζωγραφική του Miro με τα έργα <<Πρόσωπα μπροστά στη φύση>>, <<Νεκρή φύση με παλιό παπούτσι>>, <<Γυναικείο κεφάλι>>, <<Θεριστής>>, εποχή που θα ονομαστεί Άγρια περίοδος και θα διαρκέσει πολλά χρόνια. Σε μια προσπάθειά του όπως έλεγε να δολοφονήσει τη ζωγραφική , θα δώσει πίνακες, τα θέματα των οποίων είναι καθημερινά, αλλά  δοσμένα με μια τέτοια βιαιότητα στην κίνηση και στα χρώματα και με τόσο πικρόχολο χιούμορ, σαν προφητικά έργα, για τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της καταστροφής, που θα ακολουθούσαν.

 

Από το 1936 μέχρι το 1940 που στην Ισπανία μαίνεται ο εμφύλιος ο Miro μένει στο Παρίσι και ζωγραφίζει τους<<Αστερισμούς>>, μια σειρά 23 πινάκων μικρών διαστάσεων, με απαλό φόντο και έντονα χρώματα στα αντικείμενα ώστε να τονίζεται η έννοια του βάθους και με παράξενους τίτλους, πιστός στη θεωρία του ότι ο τίτλος είναι μια ακριβής πραγματικότητα. Αυτά τα έργα, πολλά μισοτελειωμένα τα παίρνει μαζί του ο Miro το 1940 στην Ισπανία, όπου καταφεύγει μετά την ναζιστική εισβολή στη Γαλλία και θα τα εκθέσει στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη το 1941.

 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου πειραματίζεται  με την λιθογραφία και την χαλκογραφία, κάνει χαρακτικά και εικονογραφεί βιβλία. Το 1944 από τον φίλο του Λόρενς Αρτίγκας μαθαίνει την κεραμική  που την εξελίσσει σε γλυπτική δουλεύοντας τον πηλό με φωτιά και εισάγοντας μέσα στα έργα του υλικά της φύσης ξύλα ,πέτρες , σίδερα σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από το καβαλέτο και να δει τα έργα του να κινούνται ελεύθερα  στο χώρο.

 

Μετά το τέλος του πολέμου και μέχρι το 1955 ο Miro κάνει διάφορες εκθέσεις και ξανά στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την ζωγραφική του καβαλέτου ασχολείται με τη ζωγραφική μεγάλων επιφανειών ,κάνει μεγάλες τοιχογραφίες στις οποίες αρνείται να βάλει την υπογραφή  του σε μια κρίση επαναπροσδιορισμού των αξιών του, λέγοντας: Για να γίνει κανείς αληθινός άνθρωπος είναι ανάγκη να απαλλαγεί από τον ψεύτικο εαυτό του. Η ανωνυμία μου επιτρέπει να αρνηθώ τον εαυτό μου, αλλά καθώς τον αρνιέμαι φτάνω να επιβεβαιώνομαι πολύ ισχυρότερα.

 

Από το 1960 μέχρι τον θάνατό του το 1983 ο Miro συνεχίζει να δουλεύει με έντονους ρυθμούς για ν΄ αφήσει πίσω του κληρονομιά μας ένα πολύ μεγάλο έργο. Καταπιάστηκε  με  άκρατο ενθουσιασμό για οτιδήποτε είχε να κάνει με εικαστικές τέχνες, έφυγε από τα όρια του πίνακα που τον περιόριζαν και μας έδωσε με το έργο του μια χιουμοριστική και φωτεινή άποψη της ζωής. Αυτός ο μικρόσωμος αμίλητος άνθρωπος με το λυπημένο βλέμμα που έβγαζε τόση αισιοδοξία και χαρά στα έργα του.

 

 Ίσως η εξομολόγησή  του : Είμαι από τη φύση μου τραγικός και σιωπηλός να περιγράφει τον εσωτερικό του κόσμο. Και ίσως η απάντηση στην αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και στην τέχνη του να δίνεται μέσα από τα λόγια του: Αν υπάρχει κάτι χιουμοριστικό στη ζωγραφική μου δεν το έχω επιδιώξει συνειδητά. Το χιούμορ αυτό προέρχεται  από την ανάγκη που νοιώθω να ξεφύγω από την τραγική πλευρά της ιδιοσυγκρασίας μου.