Menu

 Marc Chagall ( 1887-1985 )

 

Στις  όχθες του ποταμού Ντβίνα, ανάμεσα στη Μόσχα και στη Βαλτική, στην πόλη Βιτέμπσκ στη Ρωσία, γεννήθηκε το 1887, στις 7 Ιουλίου ένα καλοκαιρινό βράδυ ο MarcChagall. Από φτωχούς γονείς Εβραϊκής καταγωγής που είχαν 9 παιδιά με το Chagall να είναι πρωτότοκος και με αυστηρή ανατροφή μεγαλωμένος σύμφωνα με τις Εβραϊκές θρησκευτικές παραδόσεις. Οι παιδικές του μνήμες γεμάτες από τις εικόνες της πόλης να απλώνεται γαλήνια μέσα στη Ρωσική ύπαιθρο, της φτωχικής Εβραϊκής συνοικίας με τα ξύλινα σπίτια, τις αυλές, τους στενούς δρόμους και τη Συναγωγή, θα γεννήσουν αργότερα εικόνες που θα αποτυπωθούν στους πίνακες του ζωγράφου, προσφιλή του θέματα στα οποία θα ξαναγυρνά συχνά να τα βλέπει με άλλο μάτι.

 

Το ταλέντο του για τη ζωγραφική φάνηκε σε μικρή ηλικία, όταν ήταν ακόμα μαθητής και τα πρώτα μαθήματα τα πήρε κοντά στο ζωγράφο Γεχούντα Πεν. Είκοσι χρονών στα 1907 πηγαίνει στην Πετρούπολη, όπου συναντά μεγάλη καλλιτεχνική κίνηση αλλά και μεγάλες οικονομικές δυσκολίες, όσο και αντιδράσεις από την πλευρά των δασκάλων του για τις ριζοσπαστικές ιδέες του που εξέφραζε χρωματικά. Μέχρι που στο πρόσωπο του Λέων Μπάκστ καθηγητή ζωγραφικής στη σχολή Σβανσέβα βρίσκει έναν συμπαραστάτη, ένα ανοιχτό μυαλό που θα δεχτεί τις απόψεις του για τη ζωγραφική και θα τον υποστηρίξει. Οι πίνακες αυτής της περιόδου έχουν μια ελευθερία στις φόρμες, μια ζωντάνια αυθεντική, έναν αυτοσχεδιασμό που ξαφνιάζει, χρώματα που προκαλούν. Τότε, το 1909 γνωρίζει και τη μετέπειτα γυναίκα του Μπέλλα Ρόζενφελντ στην οποία αφιερώνει τον πίνακα «Η μνηστή μου με μαύρα γάντια» μια συγκλονιστική φιγούρα, με αυστηρό πρόσωπο κάτω από το οποίο τρέμουν και παιχνιδίζουν με κρυφή ένταση, ανάγλυφα τα ζωηρά χρώματα.

 

Ήταν ήδη αρκετοί εκείνοι που έδειχναν φανερά το ενδιαφέρον τους για το έργο του νεαρού ζωγράφου και ένας από αυτούς ο Βινατέρ, μέλος του συμβουλίου του κράτους εξασφαλίζει για τον Μάρκ Chagall σπουδές με υποτροφία στο Παρίσι. Στο Παρίσι ο Chagall θα μείνει μέχρι το 1914. Τέσσερα χρόνια έντονης δημιουργικής διάθεσης που σφραγίζονται από τα έργα «Εγώ και το χωριό», «Εβραϊκό Σάββατο», «Ο Στρατιώτης Πίνεϋ», όλα εμπνευσμένα από εικόνες της πόλης του Βιτέμπσκ όπου μεγάλωσε, και ακόμα τα έργα «Το Μοντέλο», «Νεκρή Φύση με λάμπα», «Αυτοπροσωπογραφία με επτά δάχτυλα», «Το Παρίσι από το παράθυρο», όπου φαίνονται οι επιρροές που άσκησαν στο ζωγραφικό του ύφος οι Γκωγκέν και Βαν Γκογκ από την πλευρά των εξπρεσιονιστών και ο Ματίς από την πλευρά των Φωβιστών. Αδιάκοπες συγκρούσεις και αντιθέσεις χρωματικές, επίπεδα που τέμνονται (προοίμιο της κυβιστικής τάσης που θα εκδήλωνε αργότερα ο Chagall) μια δύναμη και ένταση που ξεχειλίζει απ΄ όλους τους πίνακες του. Η γνωριμία του επίσης όλο αυτό τα διάστημα με τους ζωγράφους Αρτσιπένκο, Μοντιλιάνι, Σουτίν, Λεζέ που κατοικούν στο Μονπαρνάς και με τον ποιητή Απολλιναίρ βοηθά το ζωγράφο στις δημόσιες σχέσεις και τον κάνει δεκτό στο Φθινοπωρινό Σαλόν και στο Σαλόν των Ανεξαρτήτων όπου συμμετέχει σε ομαδικές εκθέσεις με έργα του.

 

Τον Ιούνιο του 1914 ο έμπορος έργων τέχνης Βαλντέν προσκαλεί τον Μάρκ Chagall για μια έκθεση στο Βερολίνο, στην αίθουσα Στουρμ. Αμέσως μετά ο ζωγράφος πηγαίνει στο Βιτέμπσκ για να δει τους δικούς του όπου εκεί τον βρίσκει ο πόλεμος. Στη Ρωσία ο Chagall θα μείνει οκτώ χρόνια μέχρι το 1922. Έχει παντρευτεί την Μπέλλα Ρόζενφέλντ και είναι διευθυντής της Νέας Ακαδημίας Τέχνης στο Βιτεμπσκ, έχοντας  στη σχολή ζωγράφους, τον Λισσίτσκι, τον Μάλεβιτς και τον Καντίνσκι. Ειδικά για τον Καντίνσκι θα έρθει σε ρήξη ο Marc Chagall, λόγω των διαφορετικών τεχνοτροπιών που πρέσβευαν οι δυο τους. Απογοητευμένος ο ευαίσθητος Chagall θα παραιτηθεί από τη θέση του και θα φύγει στο Βερολίνο το 1922 για να εκθέσει τα έργα του. Το 1923 πηγαίνει στο Παρίσι με τη γυναίκα του και τη μικρή του κόρη Ίντα. Εκεί ξαναβρίσκει όλους τους παλιούς φίλους με τους οποίους τους είχε χωρίσει ο πόλεμος και ξεκινά μια νέα δημιουργική περίοδος για τον ζωγράφο. Ήταν η εποχή που ο Chagall βρήκε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη λιθογραφία και στην εικονογράφηση βιβλίων. Σ’ αυτό το είδος τέχνης θα διακριθεί ιδιαίτερα. Οι πρώτες του λιθογραφίες είναι εικονογραφήσεις για τις Νεκρές Ψυχές του Γκογκόλ το 1925, για τους Μύθους του Λα Φονταίν το 1927 και για την Βίβλο το 1929 που τα είχε παραγγείλει ο έμπορος έργων τέχνης Βολάρ.

 

Το 1931 βρίσκει το Chagall στην Παλαιστίνη για να ανακαλύψει τις ρίζες του και να εμβαθύνει στα θέματα της θρησκείας που τον απασχολούν. Και συνεχίζει τα ταξίδια του στην Ολλανδία το 1932, στην Ισπανία το 1937, στην Πολωνία το 1935, στην Ιταλία το 1939. Αυτή τη χρονιά παίρνει τη γαλλική υπηκοότητα. Είναι πλέον πασίγνωστος και σε αναγνώριση του μεγάλου ταλέντου του στη ζωγραφική, του απονέμεται το βραβείο Κάρνεγκι. Τον προσκαλούν επίσης για εκθέσεις στην Αμερική, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης το 1941. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είναι μια καταλυτική περίοδος 4 νεκρών δημιουργικά χρόνων για το Chagall. Μένει άπρακτος, μελαγχολικός με την ανάμνηση των ωραίων στιγμών στη Ρωσία και τη Γαλλία. Ο πόλεμος είναι πια στο τέλος του το 1944, όταν μια νέα συμφορά χτυπά το ζωγράφο. Στις 2 Σεπτέμβρη, μετά από μια οξεία λοίμωξη, πεθαίνει η γυναίκα του, η αγαπημένη του Μπέλλα.

 

Νέα περίοδος απραξίας και αδράνειας για το Chagall. Δεν μπορεί να συνέλθει ακόμα από το χτύπημα. Αποφασίζει να επιστρέψει στη Γαλλία το 1948. Άλλη μια φορά βρίσκεται κοντά στους αγαπημένους του φίλους ζωγράφους και αφού έχει πια ξεπεράσει τον κλονισμό από τον θάνατο της αγαπημένης του, αρχίζει να δημιουργεί ξανά. Το 1950 μετακομίζει στη Βανς, κοντά στη Μεσόγειο που τον ελκύει, στην περιοχή όπου έζησαν και την αγάπησαν επίσης ο Πικάσο και ο Ματίς.

 

Βρισκόμαστε στο 1952 και ο Chagall ξαναπαντρεύεται τη Βαλεντίνα Μπρότσκι. Μαζί κάνουν πολλά ταξίδια στην Ιταλία και την Ελλάδα. Στη χώρα μας έρχονται το 1952 και το 1954, μετά από παρότρυνση του Στρατή Ελευθεριάδη, γνωστού ως Τεριάντ. Επισκέπτονται τους Δελφούς και τον Πόρο, σε αναζήτηση έμπνευσης για την εικονογράφηση ενός βιβλίου που θέλει να εκδόσει ο Τεριάντ. Το ποιμενικό έργο του Λόγγου «Δάφνις και Χλόη». Αντίγραφα του όλου βιβλίου και των λιθογραφιών του Chagall υπάρχουν στο μουσείο Τεριάντ στη Μυτιλήνη, που βρίσκεται σε μια πλαγιά του βουνού, μέσα σ’ έναν ελαιώνα, δίπλα ακριβώς στο Μουσείο του Θεόφιλου, ένα απλό και γαλήνιο περιβάλλον. Εδώ στην Ελλάδα, θα συλλάβει ο Chagall το μεσογειακό φως, θα το βάλει στην καρδιά του, για να μπορεί αργότερα να το κάνει χρώμα στους πίνακές του. Γιατί όπως έλεγε: «Μόνο με την καρδιά μπορεί να δει κανείς το εσωτερικό, την ουσία των πραγμάτων. Τα μάτια μπορούν να βλέπουν αποκλειστικά  ουδέτερες επιφάνειες.»

 

Πρόσωπα και καταστάσεις από την ελληνική μυθολογία, συνεχίζουν να αποτελούν αγαπημένα θέματα για τον Marc Chagall, είναι οι μύθοι του Οδυσσέα, του Φαέθοντος, του Ικάρου, του Ορφέα, που γίνονται έργα στα χέρια του ικανού ζωγράφου. Οι λιθογραφίες και τα σκηνικά για το μπαλέτο «Δάφνις και Χλόη» όπως προαναφέραμε, θεωρούνται από τα καλλίτερα θεματικά έργα του ζωγράφου ο οποίος την μεταπολεμική περίοδο άρχισε να κατασκευάζει τα  μνημειώδη έργα του , όπως είναι η φιλοτέχνηση της οροφής της Πράσινης Όπερας, τα βιτρώ του καθεδρικού ναού στο Μετς και τα βιτρώ της Συναγωγής της Χαντάσσα στο Ισραήλ. Ένας ακούραστος δημιουργός της τέχνης που μέχρι τα βαθιά του γεράματα προσπαθούσε να δώσει στα έργα του έκδηλο τον εσωτερικό κόσμο των πραγμάτων. «Το να θεωρούμε, έλεγε, ότι κάθε μορφή, κάθε φιγούρα περιορίζεται μέσα στις πραγματικές της διαστάσεις, είναι σαν να κάνουμε ένα μεγάλο λάθος, αφήνοντας στην άκρη τις αισθήσεις και τα αισθήματα, που σε τελευταία ανάλυση, αυτά εκφραζόμενα προς τα έξω, θα μας δώσουν τις πραγματικές αναλογίες που έχουν τα όντα μέσα στο χώρο. Δεν είναι κομμάτια φαντασίας ριγμένα τυχαία πάνω σε μια επιφάνεια. Όλα υπακούν σ’ έναν τέλεια εναρμονισμένο συναισθηματικό κόσμο, σε πολλά επίπεδα χρώματος , με τα αντικείμενα, χωρίς το βάρος της ύλης που τα φυλακίζει, καμωμένα από συγκίνηση.»

 

Το 1985, στις 28 Μαρτίου στο Saint Paul de Vence αφήνει την τελευταία του πνοή ο  ζωγράφος που αποτύπωσε όσο κανείς άλλος στα έργα του την αγάπη για την ζωή, χωρίς να επηρεάζεται ούτε από τις  δυσκολίες, ούτε από τις πίκρες που πέρασε,  δίνοντας με χρώματα στα θέματά του την απαραίτητη  φλόγα που τα κάνει να αιωρούνται εξαϋλωμένα και ελεύθερα σ’ έναν ιδεατό χώρο,  χωρίς τους περιορισμούς και την φυλακή της Ύλης.